Η πρώτη απόφαση στην Ε.Ε. με βάση τον Κανονισμό 1346/2000, (αριθ. 1318/2016 Δικαστηρίου Μιλάνο)

Η έδρα μητρικής εταιρίας ως Κέντρο κύριων συμφερόντων της θυγατρικής της, στο πλαίσιο διασυνοριακής διαδικασίας αφερεγγυότητας



Κέντρο Κύριων Συμφερόντων κατά τον Κανονισμό 1346/2000 ΕΕ – Έλλειψη Διεθνούς δικαιοδοσίας των ιταλικών δικαστηρίων για κήρυξη αφερεγγυότητας ελληνικής εταιρίας

Η με αριθμό 1318/2016 απόφαση του τμήματος πτωχεύσεων του Δικαστηρίου του Μιλάνο, μετά από κύρια παρέμβαση 64 εντολέων μας - πρώην εργαζομένων της υπό κήρυξη αφερεγγυότητας υπό εκκαθάριση ελληνικής εταιρίας, έκρινε ότι τα ιταλικά δικαστήρια είναι αναρμόδια για την κήρυξη της αιτούμενης αφερεγγυότητας, σύμφωνα με τον Κανονισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης 1346/2000.

Η υπόθεση ξεκίνησε όταν η υπό καθεστώς έκτακτης διαχείρισης (κατά το ιταλικό δίκαιο) μητρική εταιρία, που εδρεύει στην Ιταλία, άσκησε προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου του Μιλάνο αιτούμενη την αναγνώριση της αφερεγγυότητας της εδρεύουσας στη Θεσσαλονίκη θυγατρικής της εταιρίας, με απώτερο σκοπό την ενιαία διαχείριση της ομαδικής αφερεγγυότητας στην Ιταλία. Η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε ότι η θυγατρική εταιρία δεν είχε αυτόνομο κέντρο διεύθυνσης και λήψης αποφάσεων στην καταστατική της έδρα, αλλά ήταν ενταγμένη στο οργανόγραμμα του Ομίλου, ότι η Γενική Διεύθυνση της μητρικής εταιρίας στην Ιταλία, λάμβανε αποφάσεις, έδινε εντολές, επικοινωνούσε και διαπραγματευόταν με τους προμηθευτές και τους πελάτες, καθόριζε την πολιτική παραγωγής και τιμών πώλησης, καθώς και ότι υφίστατο κεντρικό σύστημα συγκέντρωσης μετρητών στην έδρα του Ομίλου στην Ιταλία, με αποτέλεσμα η θυγατρική εταιρία να μη διαθέστει οικονομική αυτονομία.

Η απόφαση, συντασσόμενη με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έκρινε ότι η έννοια του Κέντρου των Κύριων Συμφερόντων (COMI) της εταιρίας πρέπει να ερμηνεύεται δίνοντας προτεραιότητα στη θεώρηση του τόπου της κύριας διοίκησης της εταιρίας, όπως προσδιορίζεται με βάση τα πραγματικά στοιχεία της αντικειμενικής φύσης και εξοπλισμένα με αναγνωρισιμότητα από τους τρίτους. Έτσι, μπορεί να εξακριβωθεί ότι ο τόπος όπου βρίσκεται η κεντρική διοίκηση της εταιρίας και όπου μόνιμα ασκείται η διαχείρισή της βρίσκεται σε διαφορετική της καταστατικής έδρας τοποθεσία, ακόμη και σε έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ε.Ε.

Στην κριθείσα υπόθεση, ωστόσο, ορθά διαπίστωσε ότι παρότι η θυγατρική εταιρία ήταν ενταγμένη σε Όμιλο και υποκείμενη στην επιρροή της μητρικής εταιρίας, δεν ανατράπηκε το τεκμήριο της σύμπτωσης μεταξύ COMI και καταστατικής έδρας, όπου ήταν παρόντα τα διοικητικά όργανα και αργότερα οι εκκαθαριστές της και ελάμβαναν χώρα οι Συνελεύσεις του Διοικητικού Συμβουλίου και της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων και όπου οι τρίτοι γνώριζαν ότι βρίσκεται ο τόπος διαχείρισής της. Περαιτέρω έκρινε ότι η θυγατρική εταιρία είχε διατηρήσει την αυτονομία υπογραφής συμβάσεων και μάλιστα στη νόμιμη έδρα της και ότι η μητρική εταιρία δεν είχε ποτέ την αποκλειστική διαπραγμάτευση και εξουσία υπογραφής των συμβάσεων με τους τρίτους προμηθευτές και αγοραστές.

Η ανωτέρω ρηξικέλευθη απόφαση είναι η πρώτη απόφαση κράτους – μέλους που εκδόθηκε σε εφαρμογή του Κανονισμού 1346/2000 Ε.Ε., που απέρριψε την προσφυγή της μητρικής ιταλικής εταιρίας για την υπαγωγή της θυγατρικής στην ομαδική αφερεγγυότητα στην Ιταλία, με την αιτιολογία ότι το Κέντρο των Κύριων Συμφερόντων της θυγατρικής εταιρίας είναι στη Θεσσαλονίκη, στην καταστατική της έδρα, και όχι στο Μιλάνο στην έδρα της μητρικής εταιρίας. Τα ιταλικά δικαστήρια μέχρι τότε είχαν κάνει δεκτές όλες τις αντίστοιχες προσφυγές της μητρικής εταιρίας αναφορικά με τις λοιπές θυγατρικές του Ομίλου (στη Γαλλία κλπ), που τελούσαν υπό το ίδιο καθεστώς ελέγχου με την ελληνική θυγατρική της. Χάρη στην άσκηση κύριας παρέμβασης εκ μέρους των εντολέων μας εξετάστηκε για πρώτη φορά το ζήτημα της Διεθνούς Δικαιοδοσίας.